απειροελάχιστος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- απειροελάχιστος < σύνθετη λέξη από την αρχαία ελληνική ἄπειρος (λόγ. απειρο-) + ελάχιστος <μτφρδ. γαλλ. infini ment petit, infinitésime
Επίθετο
[επεξεργασία]απειροελάχιστος, -η, -ο
- αυτός που είναι πάρα πολύ μικρός, ώστε δεν είναι ορατός με γυμνό μάτι
τα μόρια του σώματος είναι απειροελάχιστα- ※ Μια μη μετρήσιμη διαφορετική καμπυλότητα σ' έναν γοφό, σε μια κοιλιά, ένα απειροελάχιστο επιπλέον πέσιμο του γυναικείου στήθους, ένας μόλις αισθητός και φυσικά μη μετρήσιμος ολόκορμος κυματισμός μπορεί να προκαλέσει σε κάποιον πόθο. Σε έναν άλλο ίσως δημιουργήσει απώθηση και η αμέσως παρακάτω ή παραπάνω διαβάθμιση να του δημιουργήσει πόθο. (Σωτήρης Δημητρίου, Τα οπωροφόρα της Αθήνας, εκδ. Πατάκη, 2016)
- αυτός που έχει πολύ μικρή σημασία
η διαφορά ανάμεσα στο Χ και στο Υ είναι απειροελάχιστη
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] απειροελάχιστος