Μετάβαση στο περιεχόμενο

απειροελάχιστος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο απειροελάχιστος η απειροελάχιστη το απειροελάχιστο
      γενική του απειροελάχιστου της απειροελάχιστης του απειροελάχιστου
    αιτιατική τον απειροελάχιστο την απειροελάχιστη το απειροελάχιστο
     κλητική απειροελάχιστε απειροελάχιστη απειροελάχιστο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι απειροελάχιστοι οι απειροελάχιστες τα απειροελάχιστα
      γενική των απειροελάχιστων των απειροελάχιστων των απειροελάχιστων
    αιτιατική τους απειροελάχιστους τις απειροελάχιστες τα απειροελάχιστα
     κλητική απειροελάχιστοι απειροελάχιστες απειροελάχιστα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
απειροελάχιστος < σύνθετη λέξη από την αρχαία ελληνική ἄπειρος (λόγ. απειρο-) + ελάχιστος <μτφρδ. γαλλ. infini ment petit, infinitésime

Επίθετο

[επεξεργασία]

απειροελάχιστος, -η, -ο

  1. αυτός που είναι πάρα πολύ μικρός, ώστε δεν είναι ορατός με γυμνό μάτι
    παράδειγμα  τα μόρια του σώματος είναι απειροελάχιστα
      Μια μη μετρήσιμη διαφορετική καμπυλότητα σ' έναν γοφό, σε μια κοιλιά, ένα απειροελάχιστο επιπλέον πέσιμο του γυναικείου στήθους, ένας μόλις αισθητός και φυσικά μη μετρήσιμος ολόκορμος κυματισμός μπορεί να προκαλέσει σε κάποιον πόθο. Σε έναν άλλο ίσως δημιουργήσει απώθηση και η αμέσως παρακάτω ή παραπάνω διαβάθμιση να του δημιουργήσει πόθο. (Σωτήρης Δημητρίου, Τα οπωροφόρα της Αθήνας, εκδ. Πατάκη, 2016)
  2. αυτός που έχει πολύ μικρή σημασία
    παράδειγμα  η διαφορά ανάμεσα στο Χ και στο Υ είναι απειροελάχιστη

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]