απλειστηρίαστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απλειστηρίαστος απλειστηρίαστη απλειστηρίαστο
γενική απλειστηρίαστου απλειστηρίαστης απλειστηρίαστου
αιτιατική απλειστηρίαστο απλειστηρίαστη απλειστηρίαστο
κλητική απλειστηρίαστε απλειστηρίαστη απλειστηρίαστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απλειστηρίαστοι απλειστηρίαστες απλειστηρίαστα
γενική απλειστηρίαστων απλειστηρίαστων απλειστηρίαστων
αιτιατική απλειστηρίαστους απλειστηρίαστες απλειστηρίαστα
κλητική απλειστηρίαστοι απλειστηρίαστες απλειστηρίαστα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απλειστηρίαστος < α- + πλειστηριάζω + -τος

Επίθετο[επεξεργασία]

απλειστηρίαστος, -η, -ο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]