απολιτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απολιτικός απολιτική απολιτικό
γενική απολιτικού απολιτικής απολιτικού
αιτιατική απολιτικό απολιτική απολιτικό
κλητική απολιτικέ απολιτική απολιτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απολιτικοί απολιτικές απολιτικά
γενική απολιτικών απολιτικών απολιτικών
αιτιατική απολιτικούς απολιτικές απολιτικά
κλητική απολιτικοί απολιτικές απολιτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απολιτικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική apolitique

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

απολιτικός -ή -ό και απολίτικος ή απολιτίκ

  • που δεν ενδιαφέρεται ή δεν ασχολείται με την πολιτική, ο απέχων πολιτικά
  • (σπανιότερο) που θεωρεί την αποχή απ' τα κοινά πολιτική πράξη (πχ. μήνυμα, πίεση στους κυβερνώντες κτλ.)
σ' αυτήν την περίπτωση όμως θα πρέπει να απέχει για μεγάλο διάστημα, αλλιώς απλά θεωρείται βραχυπρόθεσμα απέχων πολιτικά

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απολιτικός αρσενικό και απολίτικος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]