αραιώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αραιώνω < αρχαία ελληνική ἀραιῶ + -ώνω

Ρήμα[επεξεργασία]

αραιώνω

  1. μειώνω την πυκνότητα κάποιου διαλύματος, προσθέτοντας μια άλλη ουσία
  2. κάνω κάτι σε μικρότερη χρονική συχνότητα
  3. μεγαλώνω την απόσταση μεταξύ πραγμάτων ή αντικειμένων

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]