αραιωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αραιωμένος αραιωμένη αραιωμένο
γενική αραιωμένου αραιωμένης αραιωμένου
αιτιατική αραιωμένο αραιωμένη αραιωμένο
κλητική αραιωμένε αραιωμένη αραιωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αραιωμένοι αραιωμένες αραιωμένα
γενική αραιωμένων αραιωμένων αραιωμένων
αιτιατική αραιωμένους αραιωμένες αραιωμένα
κλητική αραιωμένοι αραιωμένες αραιωμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αραιωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αραιώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αραιωμένος

  1. αυτός που έχει αραιωθεί


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]