αριβίστικος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αριβίστικος αριβίστικη αριβίστικο
γενική αριβίστικου αριβίστικης αριβίστικου
αιτιατική αριβίστικο αριβίστικη αριβίστικο
κλητική αριβίστικε αριβίστικη αριβίστικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αριβίστικοι αριβίστικες αριβίστικα
γενική αριβίστικων αριβίστικων αριβίστικων
αιτιατική αριβίστικους αριβίστικες αριβίστικα
κλητική αριβίστικοι αριβίστικες αριβίστικα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αριβίστικος < αριβίστ(ας) + -ικος[1] < ιταλική arrivista < γαλλική arriviste

Επίθετο[επεξεργασία]

αριβίστικος

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]