αρτεσιανός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αρτεσιανός < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀρτεσιανός < γαλλική artési(en)[1] + -ανός < Artois (Αρτεσία), περιοχή της Γαλλίας[2].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aɾ.te.si.aˈnos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αρ‐τε‐σι‐α‐νός
Επίθετο
[επεξεργασία]αρτεσιανός, -ή, -ό
- ο σχετικός με την Αρτεσία
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]- αρτεσιανός υδροφόρος ορίζοντας (γεωλογία) υδροφόρος ορίζοντας όπου το νερό βρίσκεται υπό πίεση
- αρτεσιανό φρέαρ, αρτεσιανό πηγάδι, αρτεσιανή πηγή
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αρτεσιανός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- ↑ αρτεσιανός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ανός (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Χρειάζονται παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)