ασθενοφόρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ασθενοφόρο ασθενοφόρα
γενική ασθενοφόρου ασθενοφόρων
αιτιατική ασθενοφόρο ασθενοφόρα
κλητική ασθενοφόρο ασθενοφόρα
Ασθενοφόρο

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ασθενοφόρο < ασθενής +-φόρο (< φέρω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.sθε.nɔ.ˈfɔ.ɾɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ασθενοφόρο ουδέτερο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]