ασπροπρόσωπος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ασπροπρόσωπος ασπροπρόσωπη ασπροπρόσωπο
γενική ασπροπρόσωπου ασπροπρόσωπης ασπροπρόσωπου
αιτιατική ασπροπρόσωπο ασπροπρόσωπη ασπροπρόσωπο
κλητική ασπροπρόσωπε ασπροπρόσωπη ασπροπρόσωπο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ασπροπρόσωποι ασπροπρόσωπες ασπροπρόσωπα
γενική ασπροπρόσωπων ασπροπρόσωπων ασπροπρόσωπων
αιτιατική ασπροπρόσωπους ασπροπρόσωπες ασπροπρόσωπα
κλητική ασπροπρόσωποι ασπροπρόσωπες ασπροπρόσωπα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασπροπρόσωπος < άσπρο και πρόσωπο (ίσως σχηματίστηκε σε αντιδιαστολή προς το μουτζουρωμένος επειδή το μεσαίωνα προτού διαπομπεύσουν κάποιον που καταδίκαζαν για ένα αδίκημα, μαύριζαν ή κοκκίνιζαν με μπογιές και στάχτες το πρόσωπό του)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ασπροπρόσωπος

  1. ο καθαρός, τίμιος άνθρωπος, που έχει λόγο να υπερηφανεύεται για κάτι, κάτι για το οποίο υπήρχε, απεναντίας, η πιθανότητα να εκτεθεί
    Τον συνέστησα σε μια δουλειά παρότι είναι άπειρος και πιτσιρικάς, αλλά με έβγαλε ασπροπρόσωπο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]