ατσούτσουνος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ατσούτσουνος ατσούτσουνη ατσούτσουνο
γενική ατσούτσουνου ατσούτσουνης ατσούτσουνου
αιτιατική ατσούτσουνο ατσούτσουνη ατσούτσουνο
κλητική ατσούτσουνε ατσούτσουνη ατσούτσουνο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ατσούτσουνοι ατσούτσουνες ατσούτσουνα
γενική ατσούτσουνων ατσούτσουνων ατσούτσουνων
αιτιατική ατσούτσουνους ατσούτσουνες ατσούτσουνα
κλητική ατσούτσουνοι ατσούτσουνες ατσούτσουνα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία el[επεξεργασία]

α- + τσουτσούνι + -ος, , -ο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ο μη έχων πέος

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

και θηλυκό: ατσούτσουνη φιγούρα, και ουδέτερο: ατσούτσουνο αγαλματίδιο