αυτοδιπλασιάζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αυτοδιπλασιάζομός οι αυτοδιπλασιάζομοί
      γενική του αυτοδιπλασιάζομού των αυτοδιπλασιάζομών
    αιτιατική τον αυτοδιπλασιάζομό τους αυτοδιπλασιάζομούς
     κλητική αυτοδιπλασιάζομέ αυτοδιπλασιάζομοί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτοδιπλασιάζομαι < αυτο- + διπλασιάζομαι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αυτοδιπλασιάζομαι αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]