αχρέωτος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | αχρέωτος | η | αχρέωτη | το | αχρέωτο |
| γενική | του | αχρέωτου | της | αχρέωτης | του | αχρέωτου |
| αιτιατική | τον | αχρέωτο | την | αχρέωτη | το | αχρέωτο |
| κλητική | αχρέωτε | αχρέωτη | αχρέωτο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | αχρέωτοι | οι | αχρέωτες | τα | αχρέωτα |
| γενική | των | αχρέωτων | των | αχρέωτων | των | αχρέωτων |
| αιτιατική | τους | αχρέωτους | τις | αχρέωτες | τα | αχρέωτα |
| κλητική | αχρέωτοι | αχρέωτες | αχρέωτα | |||
| Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]αχρέωτος
- (για άνθρωπο) που δεν έχει χρεωθεί, που δεν έχει χρέη
- (για αντικείμενο ή πράγμα) που δεν έχει χρεωθεί, που δεν χρωστάει κάποιος γι' αυτό
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αχρέωτος
|