βάγιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βάγιο τα βάγια
      γενική του βάγιου των βάγιων
    αιτιατική το βάγιο τα βάγια
     κλητική βάγιο βάγια
γενική ενικού και βαγιού
γενική πληθυντικού και βαγιών
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βάγιο < μεσαιωνική ελληνική βαγί < βαΐον/βάϊον, υποκοριστικό του βάϊς < αρχαία αιγυπτιακά b'j (κοπτικά bai)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βάγιο ουδέτερο (& βάι & βάιο)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]