βάγια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Βάγια

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. βάγια < πληθυντικός του βάγιο
  2. βάγια < πληθυντικός του βάγιο
  3. βάγια < μεσαιωνική ελληνική βαγία < ελληνιστική κοινή βαΐα < λατινικά *bajia (βλ. υστερολατινική bajula=τροφός)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈva.ʝa/
συλλαβισμός: βά‐για

Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

βάγια ουδέτερο (συνήθως στον πληθυντικό)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

βάγια θηλυκό

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βάγια οι βάγιες
      γενική της βάγιας των βαγιών
    αιτιατική τη βάγια τις βάγιες
     κλητική βάγια βάγιες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ουσιαστικό 3[επεξεργασία]

βάγια θηλυκό