βακούφι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βακούφι βακούφια
γενική βακουφιού βακουφιών
αιτιατική βακούφι βακούφια
κλητική βακούφι βακούφια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βακούφι < τουρκική vakıf + < αραβική وقف (waqf)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βακούφι ουδέτερο

  1. (ιστορία) (θρησκεία) κτήμα που έχει δοθεί/αφιερωθεί από τον ιδιοκτήτη του σε μοναστήρι ή ιερό καθίδρυμα
  2. (κατ’ επέκταση) (λαϊκότροπο) (συνήθως στον πληθυντικό) η γενικότερη ακίνητη περιουσία ενός μοναστηριού
  3. (συνεκδοχικά) το μοναστήρι ή η εκκλησία

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]