βαμβακιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Gossypium hirsutum BotGardBln1105FruitLeaves.jpg
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βαμβακιά οι βαμβακιές
      γενική της βαμβακιάς των βαμβακιών
    αιτιατική τη βαμβακιά τις βαμβακιές
     κλητική βαμβακιά βαμβακιές
όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαμβακιά < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βαμβακιά θηλυκό

  • (βοτανική) φυτό του γένους Gossypium με πλατιά φύλλα τρίλοβα έως επτάλοβα, το οποίο καλλιεργείται για τις ίνες του (το βαμβάκι)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]