βανδαλισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βανδαλισμός οι βανδαλισμοί
      γενική του βανδαλισμού των βανδαλισμών
    αιτιατική τον βανδαλισμό τους βανδαλισμούς
     κλητική βανδαλισμέ βανδαλισμοί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βανδαλισμός < δάνειο από τη γαλλική vandalisme <Vandal(e) ("Βάνδαλος") + -isme[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /van.ðaˈli.zmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βανδαλισμός αρσενικό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]