βανδαλισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βανδαλισμός βανδαλισμοί
γενική βανδαλισμού βανδαλισμών
αιτιατική βανδαλισμό βανδαλισμούς
κλητική βανδαλισμέ βανδαλισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βανδαλισμός < γαλλική vandalisme, < Βανδάλους (βάρβαρo), λαός γερμανικής καταγωγής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βανδαλισμός αρσενικό

  • άσκοπη καταστροφή αγαθών

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]