βενζόη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : βενζόλη

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βενζόη βενζόες
γενική βενζόης βενζοών
αιτιατική βενζόη βενζόες
κλητική βενζόη βενζόες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βενζόη < αγγλική benzoin < μέση γαλλική benjoin < ισπανική benjuí < πορτογαλική beijoin < ιταλική benzoi < αραβική لبان جاوي (lubān jāwiyy)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βενζόη θηλυκό

  1. ρητινώδης ουσία που λαμβάνεται από ένα δέντρο στη Σουμάτρα και χρησιμοποιείται σε διάφορες περιπτώσεις (στη χρωματοποιία, στη φαρμακευτική, την αρωματοποιία κ.λπ.
  2. (χημεία) μια κετόνη, που συντίθεται από βενζαλδεΰδη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]