Μετάβαση στο περιεχόμενο

βερονίκη

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Βερονίκη

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βερονίκη οι βερονίκες
      γενική της βερονίκης των βερονικών
    αιτιατική τη βερονίκη τις βερονίκες
     κλητική βερονίκη βερονίκες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Βερονίκη η κυβμαλαρία (Veronica cymbalaria)

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βερονίκη < veronica < λατινική Veronica ( δείτε και το όνομα Βερονίκη)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βερονίκη θηλυκό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]