βλατί

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : βλαττοῖ

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βλατί βλατιά
γενική βλατιού βλατιών
αιτιατική βλατί βλατιά
κλητική βλατί βλατιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βλατί < μεσαιωνική ελληνική βλατί / βλαττίν < ελληνιστική κοινή βλαττίον, υποκοριστικό του βλάττα < λατινική blatta

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βλατί ουδέτερο

  1. (παρωχημένο) πολύτιμο πορφυρό ύφασμα
  2. (παρωχημένο) (συνεκδοχικά) το ένδυμα ή το άμφιο που έχει φτιαχτεί απ’ αυτό το ύφασμα
    Εγνώριζον πολύ καλά ότι οι βασιλοπούλες έχουν εξαιρετικήν τινα αδυναμίαν εις τα ραφτόπουλα, μάλιστα, όταν αυτά ηξεύρουν να τραγουδούν τους επαίνους των θελγήτρων αυτών, ενώ ράπτουν τα βλατιά, με τα οποία στολίζουσι τα κάλλη των. (Γεώργιος Βιζυηνός, Το μόνον της ζωής του ταξείδιον)
  3. (παρωχημένο) (κατ’ επέκταση) ύφασμα στη σέλα ή τα καπούλια ενός αλόγου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]