βουρκώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βουρκώνω < μεσαιωνική ελληνική βουρκώνω < βούρκος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vuɾ.ˈkɔ.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βουρκώνω

  1. (κυριολεκτικά) γίνομαι (σαν) βούρκος
    Στον Σκουτελώνα Κολυμπαρίου ο ποταμός για ένα τμήμα 150 περίπου μέτρων έχει βουρκώσει και, αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα διάνοιξής του προς τη θάλασσα να αδειάσει το τμήμα αυτό που έχει μετατραπεί σε λίμνη, σίγουρα θα υπάρξει πρόβλημα υγιεινής από τα κουνούπια τα οποία θ' αναπαραχθούν στα στάσιμα νερά του. (*)
  2. (μεταφορικά) θλίβομαι και δακρύζω ή ετοιμάζομαι να κλάψω
    Τα έλεγε αυτά ο δάσκαλος με παράπονο, και βούρκωναν τα μάτια του. (Πηνελόπη Δέλτα, Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Δ)
  3. (κατ’ επέκταση) (για τις καιρικές συνθήκες) σκοτεινιάζω, συννεφιάζω, ανταριάζω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]