βρύο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βρύο βρύα
γενική βρύου βρύων
αιτιατική βρύο βρύα
κλητική βρύο βρύα
Βράχοι καλυμμένοι με βρύα.

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βρύο < αρχαία ελληνική βρύον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈvɾi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βρύο ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]