λειχήνα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λειχήνα λειχήνες
γενική λειχήνας λειχηνών
αιτιατική λειχήνα λειχήνες
κλητική λειχήνα λειχήνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λειχήνα < αρχαία ελληνική λειχήν

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λειχήνα θηλυκό

  1. συνδυασμός από φύκια και μύκητες που εμφανίζεται επάνω σε δέντρα ή άλλα φυτά
  2. εξάνθημα στο δέρμα που προέρχεται από κάποια πάθηση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους: