γιακάς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γιακάς γιακάδες
γενική γιακά γιακάδων
αιτιατική γιακά γιακάδες
κλητική γιακά γιακάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γιακάς (1) σε πουκάμισο
γιακάς < τουρκική yaka

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γιακάς αρσενικό

  1. το τμήμα του ρούχου που βρίσκεται γύρω από το λαιμό
    παλιά οι γιαγιάδες κολλάρανε τους γιακάδες με ζάχαρη για να είναι πιο εμφανίσιμοι
  2. το πέτο (σε ρούχα όπως το σακκάκι, όπου ο γιακάς αποτελείται από το ίδιο κομμάτι υφάσματος με το πέτο)
    τον έπιασε από το γιακά
  3. (ναυτικός όρος): η πάνω διπλωμένη πλευρά του ιστίου (πανιού) προς ενίσχυσή του

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Υποκοριστικά[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]