γομαράκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γομαράκι γομαράκια
γενική
αιτιατική γομαράκι γομαράκια
κλητική γομαράκι γομαράκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γομαράκι < (υποκοριστικό) γομάρι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γομαράκι ουδέτερο

  1. για κάποιον (πιθανόν και άξεστο) μεγαλόσωμο άνδρα, αλλά όχι αρκετά μεγαλόσωμο ώστε να χαρακτηριστεί γομάρι,
  2. (αγενές) για παιδί με σωματότυπο εντυπωσιακό ως προς τις διαστάσεις για την ηλικία του,
  3. μεγαλόσωμο παιδί που έχει άξεστη συμπεριφορά
  4. άξεστο παιδί με κακή συμπεριφορά ανεξαρτήτως σωματότυπου και διαστάσεων

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]