Μετάβαση στο περιεχόμενο

γυρίνος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γυρίνος οι γυρίνοι
      γενική του γυρίνου των γυρίνων
    αιτιατική τον γυρίνο τους γυρίνους
     κλητική γυρίνε γυρίνοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Ένας γυρίνος στο νερό.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γυρίνος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γυρῖνος[1][2] < γυρός[3], πιθανώς λόγω του στρογγυλού σχήματός του.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʝiˈɾi.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γυρίνος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γυρίνος αρσενικό (ζωολογία, ιχθυολογία, αμφίβιο)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. γυρίνος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. γυρίνος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  3. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.