γυρίνος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γυρίνος γυρίνοι
γενική γυρίνου γυρίνων
αιτιατική γυρίνο γυρίνους
κλητική γυρίνε γυρίνοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυρίνος < αρχαία ελληνική γυρῖνος < γυρός (ίσως επειδή είναι στρογγυλό το σχήμα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γυρίνος αρσενικό

  • (ζωολογία) το νεογνό βατραχάκι που δεν έχει ακόμα πόδια
    Πρόσφατα εντοπίστηκε στην Ινδονησία ένα άγνωστο μέχρι σήμερα είδος βατράχου. Το Limnonectes larvaepartus αρχικά ξεχώρισε και εντυπωσίασε τους ειδικούς με τα μεγάλα δόντια του όμως η μελέτη του αποδεικνύει ότι είναι το πιο ξεχωριστό από τα 6,455 είδη βατράχων του πλανήτη. Αυτό γιατί το συγκεκριμένο είδος δεν γεννά αβγά όπως όλα τα υπόλοιπα είδη αλλά γεννά κατευθείαν γυρίνους. (*)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]