γυρίνος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | γυρίνος | οι | γυρίνοι |
| γενική | του | γυρίνου | των | γυρίνων |
| αιτιατική | τον | γυρίνο | τους | γυρίνους |
| κλητική | γυρίνε | γυρίνοι | ||
| Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γυρίνος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γυρῖνος[1][2] < γυρός[3], πιθανώς λόγω του στρογγυλού σχήματός του.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ʝiˈɾi.nos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : γυ‐ρί‐νος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γυρίνος αρσενικό (ζωολογία, ιχθυολογία, αμφίβιο)
- η υδρόβια προνύμφη των βατράχων και φρύνων, από την στιγμή που εκκολάπτεται από το αβγό έως ότου αποκτήσει πόδια και χάσει την ουρά και τα βράγχια.
- ※ 2024 «Ανακαλύφθηκε ο αρχαιότερος γυρίνος, έχει ηλικία 160 εκατ. ετών, @naftemporiki.gr», 1. 11. 2024
- Το απολίθωμα είναι εντυπωσιακά παρόμοιο με τους γυρίνους του σήμερα – περιέχει ακόμη και υπολείμματα ενός βραγχιακού συστήματος που χρησιμοποιούν οι σύγχρονοι γυρίνοι για να κοσκινίζουν τα σωματίδια τροφής από το νερό.
- ※ 2024 «Ανακαλύφθηκε ο αρχαιότερος γυρίνος, έχει ηλικία 160 εκατ. ετών, @naftemporiki.gr», 1. 11. 2024
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ γυρίνος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ γυρίνος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- ↑ Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ζωολογία (νέα ελληνικά)
- Ιχθυολογία (νέα ελληνικά)
- Αμφίβια (νέα ελληνικά)
- Ζώα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)