δίμετρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δίμετρος δίμετρη δίμετρο
γενική δίμετρου δίμετρης δίμετρου
αιτιατική δίμετρο δίμετρη δίμετρο
κλητική δίμετρε δίμετρη δίμετρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δίμετροι δίμετρες δίμετρα
γενική δίμετρων δίμετρων δίμετρων
αιτιατική δίμετρους δίμετρες δίμετρα
κλητική δίμετροι δίμετρες δίμετρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίμετρος < δι- + μέτρο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δίμετρος, -η, -ο

  1. (κυριολεκτικά) αυτός που έχει ύψος δυο μέτρα
  2. (μεταφορικά) αυτός που είναι πολύ ψηλός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]