διασυμπαντικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική διασυμπαντικός διασυμπαντική διασυμπαντικό
γενική διασυμπαντικού διασυμπαντικής διασυμπαντικού
αιτιατική διασυμπαντικό διασυμπαντική διασυμπαντικό
κλητική διασυμπαντικέ διασυμπαντική διασυμπαντικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διασυμπαντικοί διασυμπαντικές διασυμπαντικά
γενική διασυμπαντικών διασυμπαντικών διασυμπαντικών
αιτιατική διασυμπαντικούς διασυμπαντικές διασυμπαντικά
κλητική διασυμπαντικοί διασυμπαντικές διασυμπαντικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία el[επεξεργασία]

δια- + συμπαντικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

διασυμπαντικός αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο - (αστροφυσική), (φυσική)

  • αυτός που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο σύμπαντα
Ο θεωρητικός φυσικός Brian Greene ανέλυσε σήμερα την θεωρία ότι κάθε σύμπαν είναι ολογραφικά αποτυπωμένο σε συμπαντομεμβράνες, κι υπάρχουν ισόποσα άπειρες από αυτές. Ενίοτε συγκρούονται, και το σημείο αυτό ονομάζεται και προκαλεί μεγάλη έκρηξη. Φυσικά υπάρχουν πάμπολλες εναλλακτικές θεωρίες.