δυσφασικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δυσφασικός δυσφασική δυσφασικό
γενική δυσφασικού δυσφασικής δυσφασικού
αιτιατική δυσφασικό δυσφασική δυσφασικό
κλητική δυσφασικέ δυσφασική δυσφασικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δυσφασικοί δυσφασικές δυσφασικά
γενική δυσφασικών δυσφασικών δυσφασικών
αιτιατική δυσφασικούς δυσφασικές δυσφασικά
κλητική δυσφασικοί δυσφασικές δυσφασικά

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

/?/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία el[επεξεργασία]

  1. δυσφασικός, -ή, -ό < δυσ- + φάση + -ός, ,
  2. δυσφασικός, -ή, -ό < δυσφασία + -ός, ,

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

  1. (μαθηματικά) ασυντόνιστος, θορυβικός, χαοτικός, αυτός που αναλύεται κατά Fourier σε πολλές φάσεις οι οποίες έχουν παραταχθεί μεταξύ τους ατάκτως (έχοντας τυχαίες μεταξύ τους συχνότητες [πχ. μη ελάχιστου κοινού πολλαπλάσιου-πολλαπλασίου], κορυφές [μέγιστη ένταση] και γωνίες [συγκριτικές-σχετικές κλίσεις] στον χώρο) χωρίς να ενισχύονται ή να ακυρώνονται με σαφήνεια
  2. (ιατρική) που σχετίζεται με την διαταραχή του λόγου που ονομάζεται δυσφασία