εγκωμιαστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εγκωμιαστικός εγκωμιαστική εγκωμιαστικό
γενική εγκωμιαστικού εγκωμιαστικής εγκωμιαστικού
αιτιατική εγκωμιαστικό εγκωμιαστική εγκωμιαστικό
κλητική εγκωμιαστικέ εγκωμιαστική εγκωμιαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εγκωμιαστικοί εγκωμιαστικές εγκωμιαστικά
γενική εγκωμιαστικών εγκωμιαστικών εγκωμιαστικών
αιτιατική εγκωμιαστικούς εγκωμιαστικές εγκωμιαστικά
κλητική εγκωμιαστικοί εγκωμιαστικές εγκωμιαστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εγκωμιαστικός < αρχαία ελληνική ἐγκωμιαστικός < ἐγκωμιάζω < ἐγκώμιος < ἐν + κῶμος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εγκωμιαστικός, -ή, -ό

  1. που εγκωμιάζει, επαινετικός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]