Μετάβαση στο περιεχόμενο

εκρίζωση

Από Βικιλεξικό
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.

Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.

Για μορφοποίηση: ορισμοί πρέπει να προστεθούν.


Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εκρίζωση οι εκριζώσεις
      γενική της εκρίζωσης* των εκριζώσεων
    αιτιατική την εκρίζωση τις εκριζώσεις
     κλητική εκρίζωση εκριζώσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, εκριζώσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εκρίζωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐκρίζωσις[1] + -ση[2]. Μορφολογικά αναλύεται σε εκ- + ρίζ(α) + -ωση.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ekˈɾi.zo.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: εκρίζωση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εκρίζωση θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. εκρίζωση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  2. εκρίζωση - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας