εκσφενδονίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκσφενδονίζω < μεσαιωνική ελληνική εκσφενδονίζω < ελληνιστική κοινή ἐκσφενδονάω / ἐκσφενδονῶ < ἐκ + αρχαία ελληνική σφενδονάω / σφενδονῶ < σφενδόνη

Ρήμα[επεξεργασία]

εκσφενδονίζω (παθητική φωνή: εκσφενδονίζομαι)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]