εκσφενδονισμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εκσφενδονισμένος εκσφενδονισμένη εκσφενδονισμένο
γενική εκσφενδονισμένου εκσφενδονισμένης εκσφενδονισμένου
αιτιατική εκσφενδονισμένο εκσφενδονισμένη εκσφενδονισμένο
κλητική εκσφενδονισμένε εκσφενδονισμένη εκσφενδονισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εκσφενδονισμένοι εκσφενδονισμένες εκσφενδονισμένα
γενική εκσφενδονισμένων εκσφενδονισμένων εκσφενδονισμένων
αιτιατική εκσφενδονισμένους εκσφενδονισμένες εκσφενδονισμένα
κλητική εκσφενδονισμένοι εκσφενδονισμένες εκσφενδονισμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκσφενδονισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εκσφενδονίζω < ελληνιστική κοινή ἐκσφενδονάω / ἐκσφενδονῶ < ἐκ + αρχαία ελληνική σφενδόνη

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

εκσφενδονισμένος, -η, -ο

  1. τιναγμένος απότομα και δυνατά
  2. βρισκόμενος σε τροχιά, έχοντας μεγάλη ορμή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]