εμετολογικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εμετολογικός εμετολογική εμετολογικό
γενική εμετολογικού εμετολογικής εμετολογικού
αιτιατική εμετολογικό εμετολογική εμετολογικό
κλητική εμετολογικέ εμετολογική εμετολογικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εμετολογικοί εμετολογικές εμετολογικά
γενική εμετολογικών εμετολογικών εμετολογικών
αιτιατική εμετολογικούς εμετολογικές εμετολογικά
κλητική εμετολογικοί εμετολογικές εμετολογικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμετολογικός < εμετολογία + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εμετολογικός

  1. που έχει σχέση με την εμετολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. άλλη μορφή του εμετικός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]