ενδιαίτημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ενδιαίτημα ενδιαιτήματα
γενική ενδιαιτήματος ενδιαιτημάτων
αιτιατική ενδιαίτημα ενδιαιτήματα
κλητική ενδιαίτημα ενδιαιτήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ενδιαίτημα < ἐνδιαιτῶμαι <ἐν + διαιτῶμαι < διαιτῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενδιαίτημα ουδέτερο

  1. η κατοικία, το μέρος όπου κάποιος κατοικεί


32πχ Μεταφράσεις[]