εξυγιαίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἐξυγιαίνω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξυγιαίνω < αρχαία ελληνική ἐξυγιαίνω < ὑγιαίνω < ὑγίεια ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική assainir)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εξυγιαίνω (παθητική φωνή: εξυγιαίνομαι)

  1. (σπάνιο) κάνω κάτι υγιές, του ξαναδίνω την υγειά του
  2. συντελώ στην αντιμετώπιση διαφόρων προβλημάτων (π.χ. διαφθοράς) που υπάρχουν σ’ έναν οργανισμό ή μια υπηρεσία, βοηθώ στην αποκατάσταση της εύρυθμης λειτουργίας τους

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]