επαμφοτερίζων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἐπαμφοτερίζων

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο επαμφοτερίζων
επαμφοτερίζοντας
η επαμφοτερίζουσα το επαμφοτερίζον
      γενική του επαμφοτερίζοντος
επαμφοτερίζοντα
της επαμφοτερίζουσας
επαμφοτεριζούσης*
του επαμφοτερίζοντος
    αιτιατική τον επαμφοτερίζοντα την επαμφοτερίζουσα το επαμφοτερίζον
     κλητική επαμφοτερίζων
επαμφοτερίζοντα
επαμφοτερίζουσα επαμφοτερίζον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι επαμφοτερίζοντες οι επαμφοτερίζουσες τα επαμφοτερίζοντα
      γενική των επαμφοτεριζόντων των επαμφοτεριζουσών των επαμφοτεριζόντων
    αιτιατική τους επαμφοτερίζοντες τις επαμφοτερίζουσες τα επαμφοτερίζοντα
     κλητική επαμφοτερίζοντες επαμφοτερίζουσες επαμφοτερίζοντα
Ίδιες είναι οι αρχαίες καταλήξεις για τα τρία γένη: -ων, -ουσα, -ον
Οι δεύτεροι τύποι του αρσενικού, νεότερες μορφές.
* παλιότερος λόγιος τύπος
ομάδα 'τρέχων', Κατηγορία όπως «τρέχων» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επαμφοτερίζων < αρχαία ελληνική ἐπαμφοτερίζων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ἐπαμφοτερίζω

Μετοχή[επεξεργασία]

επαμφοτερίζων, -ουσα, -ον

Μεταφράσεις[επεξεργασία]