επιληψία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επιληψία επιληψίες
γενική επιληψίας επιληψιών
αιτιατική επιληψία επιληψίες
κλητική επιληψία επιληψίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

επιληψία < αρχαία ελληνική ἐπιληψία < ἐπιλαμβάνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

επιληψία θηλυκό

  • (ιατρική): παροξυσμική διαταραχή του εγκεφάλου με απώλεια αισθήσεων, κατά την οποία εκπέμπονται ανώμαλα εγκεφαλικά ηλεκτρικά σήματα
Στην επιληψία, της οποίας η αιτιολογία ποικίλει, η κανονική λειτουργία του εγκεφάλου διαταράσσεται προκαλώντας ασυνήθιστη συμπεριφορά, αντίληψη, αισθήματα, σπασμούς, συσπάσεις μυών και απώλεια συνείδησης (λιποθυμία).

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]