επιστάτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επιστάτης επιστάτες
γενική επιστάτη επιστατών
αιτιατική επιστάτη επιστάτες
κλητική επιστάτη επιστάτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιστάτης < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επιστάτης αρσενικό

  • υπάλληλος που έχει τη γενική ευθύνη για την ευρυθμία σε ένα δημόσιο κτήριο (πχ σχολείο) και κάνει μικροεπισκευές

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]