επιτύμβιος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική επιτύμβιος επιτύμβια επιτύμβιο
γενική επιτύμβιου επιτύμβιας επιτύμβιου
αιτιατική επιτύμβιο επιτύμβια επιτύμβιο
κλητική επιτύμβιε επιτύμβια επιτύμβιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επιτύμβιοι επιτύμβιες επιτύμβια
γενική επιτύμβιων επιτύμβιων επιτύμβιων
αιτιατική επιτύμβιους επιτύμβιες επιτύμβια
κλητική επιτύμβιοι επιτύμβιες επιτύμβια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιτύμβιος < αρχαία ελληνική ἐπιτύμβιος < ἐπί + τύμβος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

επιτύμβιος, -α, -ο

  • (αρχαιολογία) που έχει σχέση με τύμβο, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τοποθετούταν πάνω σ’ αυτόν

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]