ζυγόν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ ζυγόν τὰ ζυγᾰ́
      γενική τοῦ ζυγοῦ τῶν ζυγῶν
      δοτική τῷ ζυγ τοῖς ζυγοῖς
    αιτιατική τὸ ζυγόν τὰ ζυγᾰ́
     κλητική ! ζυγόν ζυγᾰ́
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ζυγώ
γεν-δοτ τοῖν  ζυγοῖν
2η κλίση, Κατηγορία όπως «φυτόν» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζυγόν < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *iugóm «ζυγός» < *ieug- «ενώνω, ζεύω»

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /zdy.ɡón/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζυγόν ουδέτερο

  1. ζυγός για το ζέψιμο
  2. το εξάρτημα της ζυγαριάς που έχει στα δύο άκρα του τις πλάστιγγες και το οποίο πρέπει να γίνει οριζόντιο για να επιτευχθεί το ζύγισμα
  3. παράταξη στρατιωτών σε μία γραμμή έτσι ώστε να είναι ο ένας δίπλα στον άλλο και να μην βλέπονται μεταξύ τους
     αντώνυμα:: στοῖχος

Ταυτόσημο[επεξεργασία]