ηδονοβλεψίας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ηδονοβλεψίας ηδονοβλεψίες
γενική ηδονοβλεψία ηδονοβλεψιών
αιτιατική ηδονοβλεψία ηδονοβλεψίες
κλητική ηδονοβλεψία ηδονοβλεψίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηδονοβλεψίας < ηδονή + -βλεψίας (< βλέπω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ðɔ.nɔ.vlɛ.ˈpsi.as/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ηδονοβλεψίας αρσενικό ή θηλυκό

  1. πρόσωπο που νιώθει ηδονή βλέποντας κρυφά άλλους ανθρώπους σε ιδιωτικές τους στιγμές (π.χ. ερωτική επαφή, πλύσιμο στο λουτρό, ένδυση, έκδυση κ.λπ.), οι οποίες σχετίζονται με το ερωτικό στοιχείο
    συνώνυμα: (λαϊκότροπο) ματάκιας, μπανιστηρτζής, (λόγιο) οφθαλμόπορνος
  2. (γενικότερα) πρόσωπο που παρακολουθεί με ευχαρίστηση θεάματα ερωτικού περιεχομένου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]