θαμιστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική θαμιστικός θαμιστική θαμιστικό
γενική θαμιστικού θαμιστικής θαμιστικού
αιτιατική θαμιστικό θαμιστική θαμιστικό
κλητική θαμιστικέ θαμιστική θαμιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θαμιστικοί θαμιστικές θαμιστικά
γενική θαμιστικών θαμιστικών θαμιστικών
αιτιατική θαμιστικούς θαμιστικές θαμιστικά
κλητική θαμιστικοί θαμιστικές θαμιστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θαμιστικός < αρχαία ελληνική θαμίζω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

θαμιστικός

  1. επαναληπτικός, συχνός, που δείχνει ότι κάτι γίνεται συχνά ή επανειλημμένα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]