θυσανόμορφος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]θυσανόμορφος
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη φουντωτός
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] θυσανόμορφος
|