ισοζύγιο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ισοζύγιο < ίσ(ος) + -ο- + ζυγός + -ιο, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική équilibre.
- (μαρτυρείται από το 1848)[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /i.soˈzi.ʝi.o/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ι‐σο‐ζύ‐γι‐ο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ισοζύγιο ουδέτερο
- (οικονομία) λογιστικός έλεγχος συμπληρωματικών ή αντίθετων οικονομικών μεγεθών (π.χ. έσοδα# έξοδα)
- ※ Στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού Green Deal και της μετάβασης προς μια οικονομία ουδέτερου ισοζυγίου άνθρακα έως το 2050, με όχημα της Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, η αποθήκευση ενέργειας με τη μέθοδο της αντλησιοταμίευσης θεωρείται κομβική (Αντλησιοταμίευση: Τι είναι και πως θα αλλάξει το ενεργειακό μας τοπίο, Το Βήμα, 16/08/2022 )
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]- εμπορικό ισοζύγιο
- ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών
- ισοζύγιο πληρωμών
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
ισοζύγιο στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ισοζύγιο
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Στέφανος Κουμανούδης, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών, τ.Α, σελ. 494
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ιο (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Οικονομία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)