ιστιοφόρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ιστιοφόρος ιστιοφόρα ιστιοφόρο
γενική ιστιοφόρου ιστιοφόρας ιστιοφόρου
αιτιατική ιστιοφόρο ιστιοφόρα ιστιοφόρο
κλητική ιστιοφόρε ιστιοφόρα ιστιοφόρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ιστιοφόροι ιστιοφόρες ιστιοφόρα
γενική ιστιοφόρων ιστιοφόρων ιστιοφόρων
αιτιατική ιστιοφόρους ιστιοφόρες ιστιοφόρα
κλητική ιστιοφόροι ιστιοφόρες ιστιοφόρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιστιοφόρος < ιστίο + -φόρος < φέρω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ιστιοφόρος, -α, -ο

  1. αυτός που φέρει ιστίο ή ιστία.
  2. (ναυτικός όρος) αυτός που κινείται με ιστίο ή ιστία (πανιά).
  3. το ουδέτερο ως ουσ: Το ιστιοφόροδείτε τη λέξη: .

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]