κάγκελο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάγκελο κάγκελα
γενική κάγκελου κάγκελων
αιτιατική κάγκελο κάγκελα
κλητική κάγκελο κάγκελα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάγκελο < ελληνιστική κοινή κάγκελον < λατινική cancellus

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάγκελο ουδέτερο

  1. μεταλλική συνήθως κατασκευή από παράλληλες κατακόρυφες ράβδους που ενώνονται σε δύο ή περισσότερα σημεία από οριζόντιες δοκούς και χρησιμοποιείται στην περίφραξη χώρων ή μπαλκονιών

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • έμεινα κάγκελο: ήμουν ακίνητος και δεν κουνιόμουν από την έκπληξή μου ή τον φόβο μου
    έμεινε κάγκελο ο άνθρωπος με αυτά που του είπες!
  • πίσω από τα κάγκελα: στη φυλακή

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]