καβούρι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καβούρι καβούρια
γενική καβουριού καβουριών
αιτιατική καβούρι καβούρια
κλητική καβούρι καβούρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καβούρι < → Η ετυμολογία λείπει.
καβούρι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καβούρι ουδέτερο

  1. θαλασσινό ζώο, ο κάβουρας

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • έχει καβούρια στην τσέπη του: για κάποιον τσιγκούνη, που δεν θέλει να βάλει το χέρι στην τσέπη και να πληρώσει

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]