καροτής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καροτής καροτιά καροτί
γενική (καροτιού), καροτή καροτιάς (καροτιού)
αιτιατική καροτή καροτιά καροτί
κλητική καροτή καροτιά καροτί
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καροτιοί καροτιές καροτιά
γενική καροτιών καροτιών καροτιών
αιτιατική καροτιούς καροτιές καροτιά
κλητική καροτιοί καροτιές καροτιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καροτής < καρότο + -ής

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

καροτής

  1. που έχει το χρώμα του καρότου, το καροτί

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]