καρότο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καρότο καρότα
γενική καρότου καρότων
αιτιατική καρότο καρότα
κλητική καρότο καρότα
CarrotDiversityLg.jpg

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καρότο < ιταλική carota < λατινικά carota < ελληνιστική κοινή καρωτόν < αρχαία ελληνική κάρα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.ˈɾɔ.tɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καρότο ουδέτερο

  1. εδώδιμη ρίζα με χαρακτηριστικό χρώμα και άρωμα
  2. (τεχνικό) κυλινδρικό τμήμα εδάφους ή ασφάλτου που λαμβάνεται, με ειδικό μηχάνημα, σαν δείγμα, για να εξεταστεί η σύστασή του
  3. (μεταφορικά) κάτι που δίνουμε για να προκαλέσουμε το ενδιαφέρον του άλλου ώστε να ασχοληθεί με ένα θέμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]